Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Ένα διήμερο για το περιοδικό "Σημειώσεις"

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΕΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 27 & ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017
ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(Τσιμισκή & Παύλου Μελά, είσοδος από τον πεζόδρομο - τέρμα Ισαύρων)
 


Το περιοδικό Σημειώσεις είναι το μακροβιότερο μεταπολιτευτικό έντυπο κριτικής θεωρίας, πολιτικής φιλοσοφίας και ποίησης στην Ελλάδα. Το πρώτο τεύχος του κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1973, με συνεργάτες και συνεκδότες μια παρέα νέων διανοούμενων: τον Μ. Αφεντόπουλο (Μάριο Μαρκίδη), τον Ανδρέα Κίτσο-Μυλωνά, τη Ρένα Κοσσέρη, τον Μανόλη Λαμπρίδη, τον Αντώνη Λαυραντώνη, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και τον Στέφανο Ροζάνη. Κοινό σημείο αναφοράς του «πυρήνα» που έμελλε να αποτελέσει την «παρέα του Χαλανδρίου» στάθηκε το προδικτατορικό περιοδικό Μαρτυρίες (1962-1966).

Από το πρώτο τους κιόλας τεύχος, και σε παράλληλη διαδρομή με τις συγγενείς εκδόσεις Έρασμος, οι Σημειώσεις μετρούν μέχρι σήμερα 44 χρόνια συνεχούς παρουσίας στα εκδοτικά δρώμενα της χώρας μας.

Στις 27 και 28 Οκτωβρίου 2017, οργανώνουμε στη Θεσσαλονίκη ένα διήμερο για τη διαδρομή αυτή: για το περιοδικό και για να τιμήσουμε τους ανθρώπους που το έφτιαξαν και το κράτησαν όρθιο, με κόπο και σπάνια σεμνότητα. Τίτλος του διημέρου: «Το περιοδικό Σημειώσεις: άνθρωποι, πολιτικές και θεωρίες».

Στις συζητήσεις των δύο αυτών ημερών θα συμμετάσχουν οι βασικοί συντελεστές του περιοδικού, καθώς και φίλοι/ες του, για τους οποίους οι Σημειώσεις αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς.

Σκοπός της εκδήλωσης είναι η αποτίμηση μιας διαδρομής –εκδοτικής, λογοτεχνικής, φιλοσοφικής και πολιτικής-- περίπου μισού αιώνα. Το διήμερο, έτσι, θα ασχοληθεί με τις εκδοτικές «προκείμενες» του περιοδικού, τα πρόδρομα δηλαδή έντυπα, τη σχέση των Σημειώσεων με την κριτική θεωρία, τον «κανόνα» που συγκρότησαν όσον αφορά τη λογοτεχνική κριτική, αλλά και την τοποθέτηση του περιοδικού σε κρίσιμα πολιτικά διακυβεύματα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Μέρος της διήμερης συζήτησης είναι αφιερωμένο στις ιδιαίτερες συμβολές των πρωτεργατών του – στην πολιτική θεωρία και τη φιλοσοφία, την πολιτισμική κριτική, την ιστορία, την ποίηση και την ψυχανάλυση.

Για δύο μέρες, λοιπόν, θα συζητήσουμε τη θέση των Σημειώσεων στη γραμμή του «εξεγερτικού/επαναστατικού ρομαντισμού», την κριτική τους στην πρώτη Μεταπολίτευση, την «επίθεση» στη γενιά του '30 και το αίτημα για «ελληνικότητα», τη συμμετρική κριτική στον λαϊκιστικό αντιδυτικισμό και τον φιλελεύθερο «αντιλαϊκισμό» και αντιολοκληρωτισμό, την εισαγωγή της λακανικής ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Και την πάντα αβέβαιη ισορροπία μιας παρέμβασης μεταξύ απαισιοδοξίας της γνώσης και αισιοδοξίας της βούλησης, διανοητικής αυτονομίας και πολιτικής στράτευσης, παρα-μυθίας και κριτικού ορθολογισμού.

                                                 ***


Στην εκδήλωση, που διοργανώνεται υπό την αιγίδα του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μιλούν (αλφαβητικά):
Βασίλης Αλεξίου, Βιβή Αντωνογιάννη, Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Γούσης, Κώστας Δεσποινιάδης, Νίκος Κατσιαούνης, Αλέξανδρος Κιουπκιολής,  Χαράλαμπος Κουρουνδής, Δημήτρης Κόρος, Δημήτρης Κοσμίδης, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Χρίστος Μάης, Γιώργος Μερτίκας, Μάρκος Μέσκος, Σάββας Μιχαήλ, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Σταυρούλα Πουλημένη, Στέφανος Ροζάνης, Γιάννης Σταυρακάκης.

                                                  ***
 

Την πρωτοβουλία για τη διήμερη εκδήλωση πήραν οι «Φίλοι των Σημειώσεων», μια ομάδα νεότερων αναγνωστών του περιοδικού (αλφαβητικά):
Μάριος Εμμανουηλίδης, Νίκος Κατσιαούνης, Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Χρίστος Μάης, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος.

Αναδημοσίευση από: https://simeioseis2017.wordpress.com/ 
(όπου και το αναλυτικό πρόγραμμα του διημέρου).

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Στον κύκλο των χαμένων ποιητών



Από την ταινία Dead Poets Society (σκηνοθεσία Peter Weir, σενάριο Tom Shulman), 1989.
     
    O Captain! My Captain! our fearful trip is done;
    The ship has weather'd every rack, the prize we sought is won;
    The port is near, the bells I hear, the people all exulting,
    While follow eyes the steady keel, the vessel grim and daring:

        But O heart! heart! heart!

            O the bleeding drops of red,

                Where on the deck my Captain lies,

                    Fallen cold and dead.

    O Captain! My Captain! rise up and hear the bells;
    Rise up—for you the flag is flung—for you the bugle trills;
    For you bouquets and ribbon'd wreaths—for you the shores a-crowding;
    For you they call, the swaying mass, their eager faces turning;

        Here captain! dear father!

            This arm beneath your head;

                It is some dream that on the deck,

                    You've fallen cold and dead.

    My Captain does not answer, his lips are pale and still;
    My father does not feel my arm, he has no pulse nor will;
    The ship is anchor'd safe and sound, its voyage closed and done;
    From fearful trip, the victor ship, comes in with object won;

        Exult, O shores, and ring, O bells!

            But I, with mournful tread,

                Walk the deck my captain lies,

                    Fallen cold and dead.


Walt Whitman (1819-1892), “O Captain! My Captain!” (1865),
Leaves of Grass, 1855-1892.

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Ποίηση είναι


To see the Summer Sky
Is Poetry, though never in a Book it lie —
True Poems flee —


Emily Elizabeth Dickinson, # 1472 / 1491, c. 1879.

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Επίλογος ΙΙ



                                       Στο Κολιμπρί της Φλαμουριάς

Το `ξερες φίλε
βιαστικός ο Απρίλης
κόκκινες μέρες ακολουθούν·
στον ουρανό ψηλά η Ελευθερία και οι κραυγές
των ταπεινών κουρνιασμένες στα δέντρα – νοσταλγικό
χελιδόνι φέρνει το μήνυμα κεράσια σκουλαρίκια
ωραίοι άνθρωποι που στο νερό δροσίζουν
τη γλώσσα τους κατάκορφα της ψυχής.

   Μαυρίζει πάλι ο καιρός
   είναι καιρός

   πάρε ψυχή μου τον δρόμο της ανηφόρας από την αρχή
   εκεί θάλασσα λευκή ανθηρό κουράγιο
   στα πρώτα σκαλιά κεράσια λάμπουν και γελούν εκεί

   πάρε τον δρόμο όσον κρατάει ακόμα
   η στερνή βουή στο στήθος.

Τέλος του Ιούνη όλα τα κουρσεμένα κλαριά
στο κίτρινο θέρος αλληλέγγυα υπάρχουν
άνθη τελειωμένα και φύλλα σιωπηλά σαν
όνειρα της επόμενης χρονιάς – ποιον
θ’ αγκαλιάσουν γνωρίζεις;

   Κατεβαίνεις αποχαιρετώντας τον Κόσμο
   καθώς γυρίζουν οι αιώνες πίσω.

   Λοιπόν φίλε
   χαιρέτησε τη Σελήνη
   το φεγγάρι που ενώνει τον Κόσμο ησυχάζοντάς τον.


Μάρκος Μέσκος, «Επίλογος ΙΙ», Άλφα Βήτα: Ποιήματα, εκδόσεις Κίχλη, 2015.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Ακρογιάλι


Αφάνταστα δύσκολο ο ποιητής να γίνει Ποίημα
ψαράς να γίνει μαγεύοντας τη θάλασσα υπό
το σεληνόφως την αυγή την ησυχία του καμάτου
με τη μοναδική του βάρκα
σε κάποιο ακρογιάλι του Κόσμου.

Μάρκος Μέσκος, «Ακρογιάλι», Άλφα Βήτα: Ποιήματα, εκδόσεις Κίχλη, 2015.

Η βάρκα


Μάρκος Μέσκος

Άδεια βάρκα (σύξυλη) που ξεβράζει το κύμα
στην έρημη ακτή· σύννεφα μαύρα στον ορίζοντα
ξαφνική βροχή πέτρινο δρολάπι –

   δίχως τον Έρωτα γρήγορα περνάει η Ζωή·
   πρωινό αεράκι και ασπασμός και μουσκεμένα
   μαντίλια στην αποβάθρα κρυφός αναστεναγμός
   μια νότα πουλιού κρυμμένη
   στα φύλλα.

Πώς ηρεμεί το πάθος του φωτός τώρα
   πες μου εσύ
   κοντινέ μου φίλε!

Μάρκος Μέσκος, «Η βάρκα», Άλφα Βήτα: Ποιήματα, εκδόσεις Κίχλη, 2015.

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Άνθρωποι



                                  ... και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
                                                         ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.

Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ' άδεια λατομεία,
όπου η βροχή τής χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν' αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας – κλειδί των φεγγαριών.

Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:

Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
δε μας πλανεύει τ' όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.

Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε· ήμασταν άνθρωποι πολύ,
άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.


Βύρων Λεοντάρης, «Άνθρωποι», Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976),
Αθήνα, εκδόσεις Ύψιλον, 22006.

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Παράξενη πρωτομαγιά


Νίκος Γκάτσος - Μάνος Χατζιδάκις
Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»
τι να την κάνεις πια την περηφάνια

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές

Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να τη σβήσει


Νίκος Γκάτσος, "Παράξενη πρωτομαγιά", από τον κύκλο τραγουδιών
Αθανασία, σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, 1976.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες



Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μετεφέρθης άρον άρον στην εντατική
εγκατάλειψή σου.
Θεράποντες ήχοι σημάντρων
μετράνε κάθε τόσο τον σφυγμό σου
ο θεϊκός αδύναμος και ο απτός σκιαγμένος
ντααααααν α ν α ν νταντόν οόν οόν

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ' ακανθώδη έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ' άκουσες.
Αφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας.


Κική Δημουλά, «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες»,
Ενός λεπτού μαζί, εκδόσεις Ίκαρος, 1998.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Η θάλασσα γίνεται κήπος


Τάσος Κόρφης (1929-1994). Πηγή: Λογοτεχνικό Ημερολόγιο εκδ. Γαβριηλίδης

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.


Τάσος Κόρφης, «Η θάλασσα γίνεται κήπος», Εργόχειρα,
Αθήνα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1977.

S/S Deserted Sea


Κατάμονο μια ολόκληρη ζωή να παραδέρνεις
σε λιμάνια, σε πέλαγα, σ’ ακρογιαλιές –τοπία της μνήμης–
ταξιδεύοντας με νηολόγιο άγνωστης, ανύπαρκτης  χώρας, με ξένη σημαία,
με όνομα μισοσβησμένο από τ’ αλάτι και τη σκουριά.
Και να μη θυμάσαι τους πλοιάρχους που γέρασαν στη γέφυρά σου,
τα κορμιά των ναυκλήρων σου, στιγματισμένα με φιγούρες ονείρων,
τη σπατάλη του πάθους σου στις άγονες γραμμές.

Κατάμονο μια ολόκληρη ζωή να ταξιδεύεις,
και τα σκυλόψαρα, κοπάδι, να σ’ ακολουθούν,
να σκίζουν τη θάλασσα, να γυροφέρνουν, ν’ αγρυπνούν
χτυπώντας μ’ ανυπονησία τα φτερά τους στην  πλώρη σου,
ακονίζοντας τα δόντια τους στους τροχούς των ελίκων σου,
περιμένοντας, ώρα με την ώρα, το σήμα κινδύνου.


Τάσος Κόρφης, «S/S Deserted Sea», Ημερολόγιο 2,
Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Διαγώνιος, 1964.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Απόκριση στον Παλαμά



Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

                                         ... Πώς αλλιώς
                        να σε πω; ο συνοδοιπόρος,
                        χαίρε...
                             ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως,
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες
κι εγώ στα ταπεινά κι απορριμμένα,
και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο
κι άφησες τον πηλό της γης σ’ εμένα.

Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες·
αρχόντισσες και ρήγισσες οι Μούσες σου
κι εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες.

Εσύ στης δάφνης τ’ ακροκλώναρα άπλωσες
κι εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι·
στεφάνι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα
λίγο θυμάρι του βουνού μού φτάνει.


Γεώργιος Δροσίνης, «Απόκριση στον Παλαμά», Φευγάτα χελιδόνια (1911-1935),
Αθήνα, εκδόσεις Ι. Ν. Σιδέρης, 1936.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Τα γράμματα



Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα


Μίλτος Σαχτούρης, «Τα γράμματα», Χρωμοτραύματα, εκδόσεις Γνώση, 1980.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Θάλασσες, ναυαγοί, οράματα




Jean Louis Théodore Géricault (1791-1824), Η σχεδία της «Μέδουσας»,
ελαιογραφία, 1818-1819, Μουσείο Λούβρου.
……………………………………………………………………………….

Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε, και μου τ’ αποκοιμούσε,
ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,
του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει·
δεν είν’ αηδόνι κρητικό που παίρνει τη λαλιά του
σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
κι αντιβουΐζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια·
δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό οπού τ’ αγρίκαα μόνος
στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
κι εφώναζα: ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
καλή ’ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει·
δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . .
δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα,
γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . .
μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά μπει δεν ημπόρει
ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη·
με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου,
που εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·
και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

Διονύσιος Σολωμός, Ο Κρητικός (απόσπασμα), 1833-1834.


Βλ.: Δημήτρης Αγγελάτος, «Aναπαριστώντας το υψηλό: η (αφήγηση στη)
ζωγραφική και η (ζωγραφική στην) ποίηση (Th. Géricault και Διον. Σολωμός)»,
περ. Κονδυλοφόρος, τ. 8 (2009), σσ. 39-65.
http://www.phil.uoa.gr/fileadmin/phil.uoa.gr/uploads/Tomeas_MNEF/Publications/Aggelatos_pub/Angelatos_articles/Period.-arithm.59__2009_.pdf 

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ποίηση δε μας αλλάζει

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996)
Πηγή: www.lifo.gr, φωτογραφία: Β. Ρασσιάς

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη


Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Η ποίηση δε μας αλλάζει», Νοσοκομείο εκστρατείας, Ποιήματα 1964-1972, Θεσσαλονίκη, ιδιωτική έκδοση, 1972
και: Ο δύσκολος θάνατος. Ποιήματα 1946-1974, Θεσσαλονίκη, 1978.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Ποιητική παραμυθία


Τό γήρασμα τοῦ σώματος καί τῆς μορφῆς μου
εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι.
Δέν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.
Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ.

Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαίρι. —
Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε — γιά λίγο — νά μή νοιώθεται ἡ πληγή.

Κ. Π. Καβάφης, «Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου· ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.», 1921 (πρώτη γραφή το 1918, με τίτλο: «Μαχαίρι»).